Εκτύπωση αυτής της σελίδας
Παγονέρι Δράμας Παγονέρι Δράμας Γραφικό σοκάκι

Το Παγονέρι Δράμας

14,Δεκ 2010
Έγραψε ο 
    • Συνδεθείτε με το DRAMAnia.gr
Για το Παγονέρι Ν. Δράμας
του Γιάννη Μόνιου, καταθέσεις κάποιες

Μέχρι το 1927 λεγόταν Τσερέσοβο (=Κερασοχώρι). Τότε, όπως έγινε για όλα τα χωριά, μετονομάσθηκε σε Παγονέρι. Η ονομασία οφείλεται στις δύο κρύες (σχεδόν παγωμένες) βρύσες, που έχουν κοινή πηγή στην κάτω άκρη του χωριού. Στην μία από αυτές υπάρχει ακόμη εντοιχισμένη η πλάκα με χρονολογία 27 Ιουλίου 1870 και τα ονόματα των προυχόντων (;), των κτιστών (;), των δωρητών (;). Αξίζει ο κάθε επισκέπτης να κατηφορίζει προς αυτές, για να δοκιμάζει το «μπούζι» νερό, να «παγονερώνεται», ιδίως το καλοκαίρι. Εκτός από αυτές τις δύο βρύσες υπήρχαν σε απόσταση περίπου 600 μέτρων και οι «πέρα βρύσες». Το νερό αυτών, εδώ και πολλά χρόνια, διοχετεύεται σε παρακείμενο αντλιοστάσιο από όπου τροφοδοτείται η δεξαμενή στην πάνω άκρη του χωριού και από εκεί υδροδοτούνται όλα τα σπίτια. Σε άλλο σημείο της κάτω άκρης υπάρχει ακόμη μια βρυσούλα, η «τσεσμίνκα», ίσως υποκόρισμα του «τσεσμέ». Στο νερό αυτής της βρυσούλας έδειχναν την προτίμηση τους αρκετοί παλιοί Παγονερίτες.

Η πλατεία του χωριού

Το Παγονέρι βρίσκεται σε υψόμετρο περίπου 750 μέτρων και παρότι απέχει 20 χιλ. από το Κάτω Νευροκόπι το κλίμα του είναι κατά πολύ ηπιότερο και υγιεινότερο. Σε αυτό συμβάλλει το ολημερίς προσήλιον του, αφού είναι κτισμένο σε προς ανατολάς πλαγιά.

Από τον Νομό Δράμας δύο μόνο χωριά είναι χαρακτηρισμένα ως παραδοσιακοί οικισμοί: Το Παγονέρι και το Περιθώρι. Η ιστορική παραδοσιακότητα του Παγονερίου από πάμπολλα στοιχεία αποδεικνύεται. Οι κάτοικοι είναι ντόπιοι, σε γόνιμη αντίθεση με τους κατοίκους των όμορων χωριών. Είναι ορεινό χωριό και βρίσκεται έξω από τον άξονα του αμαξιτού δρόμου Κάτω Νευροκοπίου-Αχλαδιάς-Μικροκλεισούρας-Ποταμών-Μικρομηλιάς. Εξυπηρετείται από παρακαμπτήριο δρόμο. Αυτός ίσως κράτησε για πολλά χρόνια μακριά κάποιους άλλους «πολιτισμένους» γλωσσικούς εισβολείς και άφησε σχεδόν ανόθευτο το λαλούμενο ιδίωμα των Παγονεριτών, όπως λ.χ. τον έντονο τσιτακισμό (π.χ. Παγονερίτες-Παγονερίτσες).

Παραδίδεται ότι οι πρώτοι κάτοικοί του ήταν διωγμένοι (από τους Τούρκους) Ηπειρώτες, κυρίως κτίστες-πετράδες και Έλληνες διωγμένοι επίσης από την Ανατολική Θράκη. Στην ηπειρώτικη προέλευση των περισσότερων Παγονεριτών συνηγορεί και το ότι πολλά από τα επωνύμια είναι δισύλλαβα (λ.χ. Μόνιος, Βλάχος, Τότνιος, Νέδιος, Σίμος, Γκρόζος, Σιούσκας, Μπασλής, Γιώτης, Μπόσκος, Τερζής, Πέντσας κτλ). Όντας κτίστες-πετράδες έκτιζαν τα σπίτια τους με σχέτη ντόπια πέτρα και έστρωναν τα στενά δρομάκια με καλαίσθητα και λειτουργικά καλντερίμια. Τα περισσότερα σπίτια ήταν ακουμπισμένα το ένα με το άλλο και δεν είχαν μπροστά τους μπαχτσέ (σχεδόν όλα τα μπαχτσεδάκια ήταν έξω από το χωριό). Ο μπροστά χώρος προοριζόταν για τα γιδοπρόβατα κτλ. Τα έτσι κτισμένα, διώροφα σπίτια έμοιαζαν αλληλέγγυα μεταξύ τους. Πολλά είχαν το σχήμα του «πι», Π. Αυτό το Π λέγεται ότι συμβόλιζε την Πίστη, την Πατρίδα, την Παράδοση, το Πατριαρχείο. Είχαν αρκετά μεγάλες αυλές για τα ζώα είπαμε και πολλά διέθεταν το «σαχνισί», δηλ. προέκταση προς την πλευρά της αυλής ή του δρόμου.

Ιερός Ναός Εισοδίων της Θεοτόκου

Στο κέντρο του χωριού ορθώνεται η τρίκλητη ξυλόστεγη βασιλική, αφιερωμένη στα Εισόδια της Θεοτόκου και το επιβλητικό, πυργοειδές καμπαναριό από λαξευμένο γρανίτη, καλοδουλεμένο από έμπειρα χέρια ντόπιου τεχνίτη. Χρονολογείται, όπως φαίνεται σε θωράκιο του τρίτου ορόφου, στα 1881. Ωστόσο, στις καμπάνες γράφεται η χρονολογία 1832. Για τις καμπάνες αυτές μια γιαγιούλα, εκατό χρονών σήμερα, λέει ότι στις αρχές του 19ου αιώνα οι γυναίκες του Τσερέσοβου-Παγονερίου γυρνούσαν στα γύρω χωριά, έκαναν έρανο, μάζευαν ό,τι χάλκινο, χρυσαφένιο κτλ υλικό (σκουλαρίκια, δακτυλίδια κτλ.), το συγκέντρωναν σε ένα παρακείμενο σπίτι (του Τερζή), όπου είχε στηθεί στην αυλή του ένα πρόχειρο χυτήριο. Σε αυτήν την αυλή κατασκευάσθηκαν οι καμπάνες του Παγονερίου με τα ερανισμένα υλικά. Στο καμπαναριό, στον τρίτο όροφο, διατηρείται σε αρκετά καλή κατάσταση ακόμη μεγάλος μηχανισμός εκκρεμούς ωρολογιού. Κατασκευάσθηκε το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα. Μέχρι πριν λίγα χρόνια λειτουργούσε άψογα. Προφυλασσόταν από ένα καλαίσθητο ξύλινο κουβούκλιο. Σήμερα «προφυλάσσεται» από την νάιλον σκέψη μας με «κιτς» πλαστική κατασκευή.

Η πετρόκτιστη Εκκλησία έχει υποστεί μεγάλης κλίμακας αλλοιώσεις. Από άγνοια, νεοπλουτισμό και μεγάλες δόσεις αβελτερίας καλύψαμε το μεταβυζαντινό, καλαίσθητο, πλακόστρωτο δάπεδό της με φθηνομωσαϊκό. Το πετρόκιστόν της είναι αφανές, αφού το σκεπάσαμε με σοβά και ασβέστη. Ο παραδοσιακός γυναικωνίτης σχεδόν αχρηστεύθηκε, αφού η αδαοσύνη και το ανιστόρητόν μας εξαφάνισε το δικτυωτό ξύλινο επίπλωμα, εμπόδιο στους άνδρες από κάτω να βλέπουν τις γυναίκες και το αντίστροφο (ευτυχώς σώθηκε ένα πολύ μικρό τμήμα αυτού του δικτυωτού, ίσως για να θυμίζει τις ιεροσυλίες μας). Οι τοιχογραφίες, ιδίως στο βόρειο κλίτος, βαρβαρικώς καλύφθηκαν με μπόλικο σοβά. Πολλές, παλιές φορητές εικόνες «έκαναν φτερά», όπως και τα βυζαντινοειδή στέφανα του γάμου (με αυτά στεφανωνόντουσαν όλοι οι παλιοί Παγονερίτες και Παγονερίτισσες). Στην θέση τους μπήκαν εικόνες τέτοιες, καταπώς πωλούνται από πλανώμενους επιτήδειους και οι γάμοι γίνονται πια με στέφανα εμπορικά και πλαστικά.

Σύμφωνα με επιγραφή, η Εκκλησία φαίνεται ότι κτίσθηκε το 1835. Ωστόσο, αυτή η χρονόληση ίσως είναι μεταγενέστερη, αφού μέσα στην Εκκλησία υπάρχουν εικόνες με χρονολογίες 1812 και 1813. Αυτές συνάδουν με την παράδοση ότι το Παγονέρι υφίσταται από τις αρχές του 19ου αιώνα, από τότε δηλ. που έφθασαν σε αυτήν την περιοχή οι διωγμένοι από τον Αλή Πασά Ηπειρώτες κτίστες-πετράδες. Ακόμη κάτι : Στο δεσποτικό, όπου η εικόνα του Χριστού, διαβάζουμε μιαν ανορθόγραφη επιγραφή : «Δηά σινδρομής και δαπάνης του τιμιοτάτου Κόστα Μουμτζή 1812, Σεπτεμβρίου α΄/χειρ Κυριαζή από Αίνου». Και είπαμε πως κάποιοι Παγονερίτες έλκουν την καταγωγή τους από διωγμένους Έλληνες της Ανατολικής Θράκης. Ίσως ο ζωγράφος Κυριαζής να ήταν ένας από αυτούς, αφού καταγόταν από τον Αίνο, περιοχή που τώρα ανήκει στην Τουρκία. Η άλλη εικόνα με την Είσοδο της Θεοτόκου στον ναό του Σολομώντος βρίσκεται στο προσκυνητάριο και είναι χρονολογημένη το 1813.

Δίπλα και παράλληλα προς την Εκκλησία ορθωνόταν επιβλητικά, μέχρι το 1978-79, το πετρόκτιστο Δημοτικό Σχολείο. Η σχεδόν τριώροφη πρόσοψή του ήτανε στραμμένη προς την πλατεία του χωριού. Όντας κτήριο ψηλό «έκρυβε» την παράλληλή του Εκκλησία. Αυτό το «έκρυβε» ενοχλούσε κάποιους τότε προύχοντες, ιδίως τον τότε ιερέα. Το λοιπόν, αυτοί βάλθηκαν να γκρεμισθεί το σχολείο, για να φαρδύνει η πλατεία, ανετότερα να παρκάρουν οι νεοφερμένες μερσεντές και να φαίνεται από την πλατεία μόνο η Εκκλησία! Ναι, μια τέτοια νοοτροπία, ενισχυμένη από πολλή αδαοσύνη και αρκετά υπολείμματα του στενόμυαλου «Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών», γκρέμισε το ίσως ιστορικότερο κτήριο του Παγονερίου, που φέρεται ότι λειτουργούσε ως Σχολή από το 1861.

Όμως στ’ αλήθεια, κανείς από τους τότε γραμματιζούμενους Νομάρχες, Δημάρχους, Προϊσταμένους Εκπαίδευσης, Δεσπότες κτλ. δεν συμβούλευσε τους προύχοντες και τον τότε ιερέα του χωριού ότι με το γκρέμισμα του Σχολείου κολοβώνουν την αναντάμ παπαντάμ δεδειγμένη ελληνοσύνη-χριστιανοσύνη του Παγονερίου. Και πρώτο εμφανές τεκμήριο γι’ αυτό το δίδυμο ήταν (για παλιά, δύσκολα χρόνια) η συνύπαρξη Σχολείου και Εκκλησίας. Σχολείο και Εκκλησία στο Παγονέρι ήταν πάντα μαζί, παράλληλα κτήρια, είχαν κοινό αύλειο χώρο, σ’αυτόν παίζαν τα παιδιά. Ανάμεσα τους ορθωνόταν το καμπαναριό, οι καμπάνες του κάθε πρωί κτυπούσαν, για να μαζευτούν οι μαθητές στην κοινή αυλή.

Καταθέτουμε άλλο ένα, επίσης εμφανές, αποδεικτικό : Αρχαιόθεν αλλά και από την δημοτική μας ποίηση διώχνεται όσο γίνεται πιο μακριά ο Άδης- θάνατος, εξορκίζεται. Ναι, τα νεκροταφεία-μνήματα του χωριού είναι πολύ μακριά. Αυτό το «μακριά» είναι αποτέλεσμα ενός γνήσιου αρχαιοελληνικού και χριστιανικού εξορκισμού.

Εξωκλήσι Αγίας Τριάδας

Άλλο δείγμα της Ελληνοχριστιανοσύνης του Παγονερίου-Τσερεσόβου είναι τα πολλά εκκλησάκια που, στημένα γύρω γύρω από το χωριό, θυμίζουνε αρχαίες φρυκτωρίες, μοιάζουνε με φανοστάτες, φρουροί-στρατιωτάκια, προστατεύουν το χωριό από απειλές λογής. Αυτά τα εκκλησάκια κτίσθηκαν με την ευλογία της Εκκλησίας από ιδιώτες Παγονερίτες και είναι αφιερωμένα σε Αγίους, στην Παναγία και στον Χριστό.

Προσθέτουμε ακόμη ότι στο Παγονέρι (όπως και σε άλλα ντόπια χωριά του Ν. Δράμας) η γιορτή του καρναβαλιού (τραγόμορφοι ήρωες με μεγάλα κουδούνια, σπαθιά κτλ.) δεν γινόταν κατά τις Αποκριές, αλλά την ημέρα των Φώτων και του Άι Γιαννιού, δηλ αρχές του μήνα και του χρόνου. Αυτό θυμίζει τον Διόνυσο και τα κατ’αγρούς Διονύσια. Κατά την αρχαιότητα αυτά τελούνταν κάθε τέτοιες μέρες.

Πετρόκτιστο σπίτι

Μιλήσαμε για τον επίσημο χαρακτηρισμό του χωριού ως παραδοσιακού. Όμως ίσαμε σήμερα δεν είδαμε καμιά επίσημη πρωτοβουλία, για να κρατηθεί αυτή η δεδομένη παραδοσιακότητα. Μέρα τη μέρα γίνονται πολλές αλλοιώσεις, γκρεμίζονται πολλά σπίτια και το ατόφιο, πετρόκτιστο Παγονέρι έχει ήδη αρχίσει να «μοντερνοποιείται» με την ακάθεκτη τσιμεντοποίησή του. Κρίμα!

Πλείστες θετικές αναφορές για τις προσφορές των Τσερεσοβιτών κατά τον Μακεδονικό Αγώνα υπάρχουν στις προς το Πατριαρχείο Εκθέσεις των Μητροπολιτών Νευροκοπίου Νικοδήμου και Θεοδωρήτου, του Χρυσοστόμου Δράμας-Σμύρνης και του προξένου Σερρών Σαχτούρη. Σ’ αυτές το Παγονέρι χαρακτηρίζεται «(Πατριαρχική) όασις εν τη σχισματική ερήμω». Στο βιβλίο του Αθανασίου Ε. Καραθανάση με τίτλο : «Ο Ελληνισμός και η Μητρόπολη του Νευροκοπίου κατά τον Μακεδονικό Αγώνα», εκδόσεις ΙΜΧΑ, που στηρίζεται κυρίως σε αυτές τις Εκθέσεις, αφιερώνονται αρκετές σελίδες για το Τσερέσοβο. Στο βιβλίο με τον τίτλο : «Αφανείς γηγενείς Μακεδονομάχοι (1903-1913)» μνημειώνονται ως τέτοιοι ο Αθάνασιος Βλάχος (Μόνιος), που υπηρετούσε στο σώμα του Δ. Δούκα και ο Δημήτριος Πέντσας, που υπηρετούσε στο σώμα του Κ. Νταή (Τσάρα). Ο Βλάχος (Μόνιος) έλαβε μέρος και στους Βαλκανικούς Πολέμους. Σκοτώθηκε από εκδικούμενους ενεδρεύοντες Βουλγάρους. Το κεφάλι του, ως τρόπαιο για επίδειξη, μεταφέρθηκε στην Βουλγαρία, αφού ήταν επικηρυγμένος, εξαιτίας της έντονης αντιβουλγαρικής δράσης του κατά τον Μακεδονικό Αγώνα.

Πέρα από την μάλλον μικρής διάρκειας πρώτη βουλγαρική κατοχή κατά το 1912-1913, το Παγονέρι υπέστη πολλά δεινά κατά την δεύτερη βουλγαρική κατοχή του 1916-1918 (Ομηρείες κτλ.). Τα δεινά αυτά έντονα αποτυπώνονται σ’ ένα δημοτικό τραγούδι του 1917, που από τότε οι Παγονερίτες θέλουν να λένε ότι είναι δικό τους δημιούργημα. Για την ποιητικότητα και ιστορικότητα αυτού του τραγουδιού γίνεται αρκετά εκτενής λόγος από τον Γιάννη Μόνιο στο βιβλίο με τίτλο : «Η Δράμα και η Περιοχή της, Ιστορία και Πολιτισμός», (Δ΄Επιστημονική Συνάντηση, Δράμα, 16-19 Μαϊου 2002), εκδόσεις Δήμου Δράμας.

Και η τρίτη βουλγαρική κατοχή (1941-1944) ήταν αδυσώπητη, με εκδικήσεις (αφού πολλοί Παγονερίτες είχαν ενταχθεί σε ανταρτικά σώματα, άλλοι ήταν τροφοδότες των ανταρτών) με πάλι ομηρείες, με βιασμούς, με κάψιμο σπιτιών και αχυρώνων, με πλιάτσικο, με προσπάθειες αφελληνισμού κτλ.

Στον εμφύλιο πόλεμο 1946-49 ήταν παρόντες οι Παγονερίτες στο πλευρό του τακτικού, εθνικού στρατού, κατά των Ελασιτών. Στο χωριό υπήρχε λόχος στρατού. Έδρα του λόχου ήταν η κορυφή του λόφου (εκεί υπάρχουν ακόμη υπολείμματα των κτηρίων, πολυβολεία κτλ. Πολυβολεία βρίσκονται και σε άλλες θέσεις του χωριού).

Οφείλουμε να μην παραλείψουμε την συμμετοχή αρκετών Παγονεριτών στην Μικρασιατική Εκστρατεία. Πολλοί δεν επέστρεψαν.

Εσωτερικό παραδοσιακού σπιτιού

Το Παγονέρι, όντας ορεινό, πετρώδες και άρα άγονο χωριό, δεν προσφέρεται για ικανές γεωργικές καλλιέργειες. Μικρά και σκόρπια τα όποια χωράφια. Η στενή γεωγραφική του ιδιαιτερότητα ίσως συνετέλεσε στον πλουτισμό των κατοίκων του με μιαν άφθονη γλωσσοπλαστική ικανότητα, καθαρά ενστικτώδη. Μπορεί ο Παγονερίτης να αναρριχάται δύσκολα στο χωραφάκι του, αλλά δεν μπερδεύεται, το βρίσκει με ασφάλεια, αφού οι πολλές και ποικίλες ονοματοθεσίες τον κατευθύνουν στο σωστό γεωγραφικό στίγμα. Τα πολλά μικροτοπωνύμια είναι μεγάλες επιγραφές που είναι «γεγλυμμέναι επί του εδάφους». Αυτός ο μικροτοπωνυμικός πλούτος προσφέρει πολλά στην γλώσσα, στην ιστορία, στον πολιτισμό κτλ. Στο βιβλίο με τον τίτλο : «Η Δράμα και η Περιοχή της, Ιστορία και Πολιτισμός», Α΄Επιστημονική Συνάντηση, 1992, εκδόσεις του Δήμου Δράμας υπάρχει εισήγηση του Γιάννη Μόνιου με θέμα : «Μικροτοπωνυμικό Παγονερίου Ν. Δράμας».

Το ορεινόν και άγονον του χωριού, ενισχυμένα από την από παλιά μαθημένη τέχνη του Παγονερίτη, του κτίστη-πετρά, συντελούσαν στον ξενιτεμό πολλών ανδρών σε άλλα κοντινά και μακρινά χωριά (Νευροκόπι, Πεντάπολη, Ροδολείβος, Κορμίστα, Νικήσιανη κτλ.) για κτίσιμο πέτρινων σπιτιών, συντήρηση Εκκλησιών κτλ. Ο ξενιτεμός αυτός ξεκινούσε από την γιορτή του Αγίου Αθανασίου (18 Ιανουαρίου) και τελείωνε στα μέσα φθινοπώρου του κάθε έτους. Αυτή η μακρόμηνη απουσία των ανδρών υποχρέωνε τις γυναίκες να κάνουν τις όποιες αγροτικές δουλειές (όργωμα, σκάψιμο, θέρισμα κτλ.) στις μικρές τους ιδιοκτησίες. Ίσως για αυτόν τον λόγο πολλά κορίτσια των όμορων χωριών δεν πολυήθελαν να παντρεύονται με Παγονερίτες, αφού ένα τέτοιο πάντρεμα σήμαινε γι’ αυτά και όργωμα και σκάψιμο και…

Δεν πρέπει και δεν μπορούμε να μιλούμε για την ομορφιά της φύσης του Παγονερίου. Αυτή απλώς νιώθεται. Όλες τις εποχές του έτους ο κάθε επισκέπτης νιώθει «αγρίαν ηδονήν». Οι μεσιτείες της Ελεούσας Παναγίας στον Θεό για τους πιστούς Παγονερίτες έφεραν πολλούς καρπούς. Γι’ αυτό τα χέρια του Θεού, όταν έπλαθαν αυτήν την φύση, δούλευαν με μεράκι και είχανε τα κέφια τους.

Αυτές οι κάποιες για το Παγονέρι καταθέσεις μου δεν καθόλου το αλάθητο διεκδικούνε. Ας λογισθούν κυρίως ως ανάθημα για το χωριό που με μεγάλωσε, ως «δόσις ολίγη τε και φίλη». Αυτήν την «δόσιν» είθε κάποιος (πολύ θα ήθελα να είναι ομοχώριος) μεταπτυχιακός φοιτητής να την μπολιάσει, για να ‘χουμε περισσότερους και ωριμότερους καρπούς. Και σίγουρα προσφέρεται το Παγονέρι για μιαν μεστή διδακτορική διατριβή.

Γιάννης Μόνιος
Καβάλα, 25-11-2010
Γιάννης Κασάπης

Διαχειριστής DRAMAnia.gr

E-mail Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

Τα cookies μας διευκολύνουν να σας παρέχουμε τις υπηρεσίες μας. Χρησιμοποιώντας τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΑΠΟΡΡΗΤΟΥ